ἔκδοτος

ἔκ-δοτος, ον,
A given up, delivered, esp. betrayed,

ἔκδοτόν μιν ἐποίησε ἐς τοὺς Πέρσας Hdt.3.1

, cf. Isoc.4.122 ;

τὴν Βοιωτίαν Θηβαίοις Aeschin.3.142

;

ἱκέτην ἔ. διδόναι D.23.85

, etc. ;

τοῖς πολεμίοις παραδιδόναι Lycurg.85

;

οὔτε σοὶ οὔτε ἄλλῃ οὐδεμιᾷ περιστάσει δώσομεν ἑαυτοὺς ἐ. Metrod.Fr.49

;

λαβών τινα ἔ. ὑπὸ τοῦ ὕπνον J.AJ6.13.9

;

ἔκδοτος ἄγεσθαι Hdt.6.85

; γίγνεσθαι ibid., E.Ion1251 ;

ἔ. διὰ χειρὸς ἀνόμων Act.Ap.2.23

: metaph., παρέχειν ἑαυτὴν ἔ. τινι to give herself entirely up to him, Luc.DDeor.20.13 ;

ἔ. σεαυτὴν τῷ ποταμῷ ἐᾶσαι Porph. Marc.5

;

[χώρα] ἔ. τῷ κακῷ Id.Chr.49

;

πρὸς ὕβριν ἔ. Iamb.Protr. 2

.
II given in marriage, PMasp.5.10 (vi A.D.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔκδοτος — given up masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έκδοτος — η, ο (AM ἔκδοτος, ον) μσν. νεοελλ. ο παραδομένος στα πάθη, ο ακόλαστος αρχ. 1. (για πρόσ.) αυτός που παραδόθηκε 2. προδομένος 3. (για γυναίκα) αυτή που δόθηκε σε γάμο 4. αυτός που περιέρχεται στη διάθεση κάποιου …   Dictionary of Greek

  • έκδοτος — η, ο ο παραδομένος σε κάτι, ιδίως σε ηδονές, διεφθαρμένος, ακόλαστος, έκφυλος: Ζει έκδοτη ζωή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐκδότω — ἔκδοτος given up masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἔκδοτος given up masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) ἐκδίδωμι give up aor imperat act 3rd sg ἐκδότης one who farms out contracts masc gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκδότως — ἔκδοτος given up adverbial ἔκδοτος given up masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκδοτον — ἔκδοτος given up masc/fem acc sg ἔκδοτος given up neut nom/voc/acc sg ἐκδίδωμι give up aor imperat act 2nd dual ἐκδίδωμι give up aor ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκδότους — ἔκδοτος given up masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκδοτα — ἔκδοτος given up neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκδοτε — ἔκδοτος given up masc/fem voc sg ἐκδίδωμι give up aor imperat act 2nd pl ἐκδίδωμι give up aor ind act 2nd pl (epic) ἐκδίδωμι give up aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκδοτοι — ἔκδοτος given up masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • отъдатьнъ — (1*) пр. Преданный чемул., пристрастный к чемул.: Въ то врѣм˫а кост˫антинъ… || мт҃рь исъ ц(с)рьства ѿгнавъ. власть къ себе престави. иже и ненаказаниѥмь жити˫а и страстьнѣ ѿдатьнъ бѣ сластьмъ. (ἔκδοτος) ЖФСт к. XII, 64–64 об …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.